Νεκρό Βάρος PDF Εκτύπωση E-mail
Η Τέχνη των Σοφών - Αναδρομές
Συντάχθηκε απο τον/την Χρήστος Ζ. Κώνστας   

Η απίστευτη ιστορία του ανθρώπου που προσπάθησε να ζυγίσει την Ψυχή

Πόσο ζυγίζει η ψυχή;
Αν «κάτι» αφήνει το σώμα κατά τον θάνατο τότε αυτό το «κάτι» πρέπει να έχει υπόσταση, διαφορετικά δεν θα είναι «κάτι» αλλά «τίποτα». Αν όμως έχει υπόσταση τότε πρέπει να έχει και βάρος, έστω απειροελάχιστο. Θα μπορούσε άραγε να υπολογιστεί αυτό το «βάρος» της Ψυχής με μια ζυγαριά ακριβείας;

Πριν 95 χρόνια, το 1907 ένας γιατρός έκανε ένα πείραμα που κανένας έκτοτε δεν τόλμησε να επαναλάβει: Προσπάθησε να ζυγίσει την Ψυχή. Το εικαζόμενο «άυλο» μέρος της ανθρώπινης προσωπικότητας που ίσως να διατηρεί και συνεχίζει σε μια «άλλη ζωή» την ανθρώπινη συνείδηση.
Τα πειράματά αυτά του 1907 ήταν περιορισμένα. Γι’ αυτό και τα αποτελέσματά τους δεν είναι αποφασιστικά. Όμως ήταν πολύ προκλητικά και είναι αξιοπερίεργο, όχι μόνο το ότι έμειναν άγνωστα αλλά και το ότι κανείς δεν τόλμησε – τουλάχιστον δημόσια – να τα επαναλάβει.
Η μέθοδος που ακολουθήθηκε ήταν πολύ απλή. Τα πειράματα περιέλαβαν την λεπτομερή καταγραφή του βάρους ετοιμοθάνατων ανθρώπων κατά τις τελευταίες ώρες τις ζωής τους και κυρίως στις τελευταίες τους στιγμές.
Η καταγραφή περιορίστηκε, άγνωστο γιατί, σε έξη ασθενείς που βρισκόταν στα τελευταία στάδια της ασθένειας και δεν υπήρχε πλέον ελπίδα για αυτούς, με την σύμφωνη γνώμη των συγγενών τους.
Για τις ανάγκες του πειράματος δημιουργήθηκε ένα κρεβάτι ζυγαριά το οποίο αποτελούσε «κλειστό σύστημα». Ο ασθενής βρισκόταν επάνω στο κρεβάτι, έχοντας κοντά του νερό και τροφή το βάρος των οποίων συνυπολογιζόταν στο συνολικό. Μέριμνα είχε επιληφθεί και για τις σωματικές εκκρίσεις, ούρα, κόπρανα, έτσι ώστε κάθε «απώλεια» να υπολογίζεται επίσης. Ο μόνος τρόπος για φυσιολογική απώλεια βάρους του συνολικού συστήματος ήταν η απώλεια υγρών από τον ασθενή μέσω της εφίδρωσης και της αναπνοής. Γινόταν όμως συνεχής και λεπτομερής καταγραφή των μεταβολών του συνολικού βάρους. Έτσι μετά από μερικές ώρες ήταν φανερός ο ρυθμός ελάττωσης του βάρους λόγω της εξάτμισης του ιδρώτα και της ανάσας. Αυτό συνεχιζόταν, ενώ βέβαια λαμβανόταν κάθε μέτρο για την άνεση του ετοιμοθάνατου που συνήθως βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση από την οποία δεν έβγαινε ποτέ.
Τελικά η καταγραφή των μεταβολών του βάρους αξιολογούνταν και έπρεπε η κάθε απώλεια (ή προσθήκη) βάρους να αναγνωρίζεται, να σημειώνεται και να αιτιολογείται.

Από τα αποτελέσματα, έγινε φανερό ότι σε κάθε μια περίπτωση υπήρχε μια απότομη μείωση βάρους περίπου 30 γραμμαρίων που σχετιζόταν άμεσα με τη «στιγμή» του θανάτου (της τελευταίας πνοής δηλαδή) και η οποία δεν μπορούσε να αιτιολογηθεί από απώλειες λόγω εκκρίσεων ή εξάτμισης.
Όταν τα πειράματα με ανθρώπους διακόπηκαν ο γιατρός προχώρησε και σε μια ακόμα σειρά πειραμάτων «ελέγχου» έχοντας αυτή τη φορά σκύλους.
Καταγράφηκε το βάρος δεκαπέντε συνολικά σκύλων που πέθαιναν με παρόμοιο τρόπο και διαδικασία με εκείνη που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση των ανθρώπων.
Σε καμία από τις δεκαπέντε αυτές περιπτώσεις δεν παρατηρήθηκε η ξαφνική και ανεξήγητη απώλεια βάρους που είχε παρατηρηθεί στους ανθρώπους παρόλο που η διαδικασία και η καταγραφή ήταν πανομοιότυπη!

Φυσικά αυτή η μεμονωμένη σειρά πειραμάτων πριν από τόσα χρόνια δεν μπορεί να σταθεί ως «απόδειξη» ότι υπάρχει «κάτι» που αφήνει το ανθρώπινο σώμα κατά τον θάνατο. Ή ότι αυτό το κάτι δεν «υπάρχει» στα ζώα αφού τίποτα παρόμοιο δεν παρατηρήθηκε στους σκύλους. Ωστόσο όμως τα αποτελέσματα μπορούν να είναι ενδεικτικά ότι κάτι συμβαίνει. Κάτι που θα έπρεπε να εξεταστεί και να αξιολογηθεί. Κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.

Η ιστορία αυτή ήρθε στο φως της δεκαετία του 1990 μέσα από τις περίφημες ραδιοφωνικές εκπομπές “Coast to Coast AM” του Art Bell.

Να πως κατέγραψε το πείραμά του ο ίδιος ο γιατρός Ντάνκαν ΜακΝτούγκαλ ο οποίος το δημοσίευσε με τον τίτλο «Η Υπόσταση της Ψυχής» στο περιοδικό Αμερικανική Ιατρική τον Απρίλιο του 1907

«
Η Υπόσταση της Ψυχής
Υπόθεση που αφορά την υπόσταση της Ψυχής μαζί με πειραματικές ενδείξεις την ύπαρξης μιας τέτοιας υπόστασης

Του Ντάνκαν ΜακΝτούγκαλ Δρ.
Χέβερχιλλ, Μασσαχουσέτη

Εάν η συνέχιση της προσωπικότητας μετά τον σωματικό θάνατο είναι γεγονός, εάν οι ψυχικές λειτουργίες συνεχίζουν ως μια ξέχωρη ύπαρξη ή προσωπικότητα μετά τον θάνατο του εγκεφάλου και του σώματος, τότε μια τέτοια προσωπικότητα μπορεί να υπάρχει καταλαμβάνοντας έναν χώρο στο σώμα. Εκτός κι αν οι σχέσεις μεταξύ αντικειμενικού χώρου και της αντίληψης του χώρου στην συνείδησή μας, έτσι όπως έχουν καθοριστεί από την κληρονομικότητα και την εμπειρία, σβήνονται εντελώς κατά το θάνατο και ένα νέο σετ σχέσεων μεταξύ χώρου και συνειδητότητας καθορίζεται ξαφνικά στην συνεχιζόμενη προσωπικότητα. Αυτό θα ήταν μια εκτός πραγματικότητας ρήξη της συνέχειας της φύσης.
Είναι ασύλληπτο το η προσωπικότητα και συνείδηση να έχουν ύπαρξη και να είναι «κάτι» το οποίο ταυτόχρονα δεν καταλαμβάνει χώρο. Είναι αδύνατο το να αντιπροσωπεύσεις στη σκέψη εκείνο το οποίο δεν καταλαμβάνει χώρο, όπως η προσωπικότητα. Γιατί θα ήταν ισοδύναμο με το να σκεφτούμε το «τίποτα» να γίνεται «κάτι», το να έχει προσωπικότητα το άδειο κενό, το να είναι ο χώρος κάτι περισσότερο από χώρος, πράγματα αντιφατικά και παράλογα.
Έτσι αφού είναι απαραίτητο για τη συνέχιση μιας συνειδητής ζωής και της προσωπικής ταυτότητας μετά τον θάνατο να υπάρχει κάποιο υπόστρωμα που να καταλαμβάνει χώρο, ή κάποια «υλική» υπόσταση η ερώτηση έρχεται φυσιολογικά: Έχει αυτή η υπόσταση βάρος; Μπορούμε να τη σταθμίσουμε;

Το απαραίτητο πράγμα είναι το ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο «υλικό» ως βάση της συνέχισης της ταυτότητας και της συνείδησης, γιατί χωρίς ένα «υλικό» που να καταλαμβάνει χώρο, η προσωπικότητα ή ένα συνειδητό Εγώ που συνεχίζει να υπάρχει μετά τον σωματικό θάνατο είναι εξωφρενικό.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες (Σ.τ.Μ. το 1907!) ιδέες της επιστήμης, η υπόσταση ή το υλικό που καταλαμβάνει χώρο, διαιρείται σε εκείνα που έλκονται από τη βαρύτητα, στερεά, υγρά, αέρια, όλα πράγματα που έχουν βάρος, και σε αιθέρα ο οποίος δεν έλκεται από τη βαρύτητα. Μου φαινόταν αδύνατο η υπόσταση της ψυχής να αποτελείται από αιθέρα. Εάν αυτή η αντίληψη είναι ορθή, ότι ο αιθέρας είναι συνεχής και ότι δεν είναι αντιληπτός ως υπαρκτός ή δυνητικά υπαρκτός σε επιμέρους μάζες, έχουμε τον καλύτερο λόγο για να πιστεύουμε ότι η υπόσταση της ψυχής που αναζητούμε δεν είναι αιθέρια, διότι μια από τις πιο βασικές ιδιότητες της προσωπικής ταυτότητας είναι η ιδιότητα του ξεχωριστού. Τίποτα δεν είναι πιο χαρακτηριστικό στη συνειδητότητα από το ότι το Εγώ είναι χωριστό και διαφορετικό από όλα τα άλλα πράγματα – το μη-εγώ.
Πρέπει λοιπόν να επιστρέψουμε στην αρχική υπόθεση ότι το υλικό της ψυχής που είναι τόσο απαραίτητο για την συνέχιση της προσωπικής ταυτότητας, μετά τον θάνατο του υλικού σώματος πρέπει ακόμα να έχει μια μορφή βαρυτικής ύλης, ή ίσως μια μέση μορφή υλικού ούτε βαρυτικού ούτε αιθερικού, το οποίο δεν είναι δυνατόν να ζυγιστεί αλλά δεν είναι και αιθέρας. Εφόσον πάντως αυτό το υλικό θεωρείται στην υπόθεσή μας ως οργανικά συνδεδεμένο με το σώμα μέχρι να επέλθει ο θάνατος, μου φαίνεται πιο λογικό να σκεφτώ ότι αυτό πρέπει να είναι ένα είδος βαρυτικής ύλης, τέτοιο ώστε να μπορεί να ανιχνευτεί κατά τον θάνατο με τη μέτρηση ενός ανθρώπου που βιώνει τη διαδικασία του θανάτου.

Ο πρώτος άνθρωπος που υπήρξε αντικείμενο μιας τέτοια μέτρησης ήταν ένας άντρας που πέθαινε από φυματίωση. Μου φαινόταν καλύτερο να διαλέξω έναν ασθενή που πέθαινε από μια ασθένεια που προξενεί μεγάλη εξάντληση. Ο θάνατος επέρχεται με λίγη ή σχεδόν καθόλου μυϊκή δραστηριότητα. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγαλύτερη ακρίβεια στις μετρήσεις και κάθε απώλεια βάρους θα μπορούσε να ανιχνευτεί άμεσα.
Ο ασθενής ήταν υπό παρακολούθηση, για τρεις ώρες και σαράντα λεπτά πριν από το θάνατο, ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι που ήταν τοποθετημένο στο ελαφρύ πλαίσιο μιας προσεκτικά ρυθμισμένης ζυγαριάς.
Είχε ληφθεί κάθε είδους μέτρο για την άνεση του ασθενή παρόλο που αυτός ήταν πρακτικά ετοιμοθάνατος όταν τοποθετήθηκε στο κρεβάτι-ζυγαριά. Ο ασθενής από εκείνη τη στιγμή έχανε σταθερά βάρος με ρυθμό μιας ουγκιάς την ώρα (28,35 γραμμάρια) εξ αιτίας της εφίδρωσης και της υγρασίας που διέφευγε με την αναπνοή.
Κατά την όλη διάρκεια αυτών των τριών ωρών και σαράντα λεπτών κράτησα την ζυγαριά μόλις πιο πάνω από το σημείο ισορροπίας έτσι ώστε να είναι το αποτέλεσμα αποφασιστικότερο, εάν τελικά γινόταν κάτι.
Στο τέλος των τριών ωρών και σαράντα λεπτών ο ασθενής εξέπνευσε και ξαφνικά, την ίδια στιγμή, η ένδειξη έπεσε με τέτοιο τρόπο που ακούστηκε να χτυπά στο κάτω άκρο και παρέμεινε εκεί χωρίς να ξανανέβει. Η απώλεια υπολογίστηκε να είναι τρία τέταρτα της ουγκιάς (21,26 γραμμάρια.)
Αυτή η απώλεια βάρους δεν μπορούσε να είναι εξ αιτίας της εξάτμισης της υγρασίας της ανάσας ή του ιδρώτα. Αυτή είχε ήδη υπολογιστεί και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν της τάξης του ενός εξηκοστού της ουγκιάς (μισό γραμμάριο) το λεπτό, ενώ η απώλεια που σημειώθηκε ήταν ξαφνική και μεγάλη 21,26 γραμμάρια σε λίγα δευτερόλεπτα!
Τα έντερα δεν είχαν κινηθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση το βάρος θα έμενε επάνω στο κρεβάτι εκτός από την ελάχιστη εξάτμιση της υγρασίας των αποβλήτων. Τα νεφρά απέβαλαν ένα, δύο δράμια ούρα που και αυτά έμειναν στο κρεβάτι και μόνο αργά με τη σταδιακή εξάτμιση θα επηρέαζαν το βάρος. Έτσι δεν θα μπορούσαν να ευθύνονται για την ξαφνική απώλεια βάρους.
Έμενε μονάχα μία ακόμα περίπτωση απώλειας να διερευνηθεί. Η εκπνοή όλου του αέρα από τους πνεύμονες. Ανέβηκα στο κρεβάτι ο ίδιος, ο συνεργάτης μου έθεσε την ένδειξη στη θέση ισορροπίας και άρχισα να εισπνέω και να εκπνέω όσο πιο δυνατά μπορούσα χωρίς κανένα αποτέλεσμα στην ισορροπία του ζυγού. Μετά πήρε τη θέση μου ο συνεργάτης μου και έκανε το ίδιο. Και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι αποκλείοντας αυτήν την περίπτωση μέναμε με μια ανεξήγητη απώλεια βάρους 21,26 γραμμαρίων. Να ήταν άραγε το «βάρος της ψυχής;» Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να το εξηγήσουμε;
Ο δεύτερος ασθενής ήταν ένας άνδρας ετοιμοθάνατος από φυματίωση, επίσης. Βρισκόταν υπό παρακολούθηση στο κρεβάτι-ζυγό για τέσσερις ώρες και δεκαπέντε λεπτά πριν το θάνατό του. Κατά τις τέσσερις πρώτες ώρες έχασε βάρος με ρυθμό τριών τετάρτων της ουγκιάς (21,26 γρ.) την ώρα. Είχε πολύ πιο αργή αναπνοή από τη πρώτη περίπτωση, αυτό εξηγεί τη διαφορά στην απώλεια βάρους από εξάτμιση της υγρασίας της αναπνοής και της εφίδρωσης.
Τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά είχε σταματήσει να αναπνέει (Σ.τ.Μ. ορατά, προφανώς) αλλά οι μυς του προσώπου του ακόμα κινούνταν και παρουσίαζαν συσπάσεις, και τότε, ταυτόχρονα με την τελευταία κίνηση των μυών του προσώπου, η ένδειξη έπεσε. Η απώλεια ήταν μισή ουγκιά (14,18 γρ.). Τότε ο συνεργάτης μου άκουσε την καρδιά με το στηθοσκόπιο και βρήκε ότι είχε σταματήσει. Δοκιμάσαμε ξανά και η απώλεια ήταν τώρα 42,53 γρ. Στα δεκαοκτώ λεπτά που μεσολάβησαν από την ώρα που η αναπνοή σταμάτησε μέχρι τη βεβαιότητα ότι επήλθε ο θάνατος υπήρχε αυτή η απώλεια βάρους 45 περίπου γραμμάρια σε σύγκριση με τα 21,26 γρ. κατά την περίοδο των τεσσάρων προηγουμένων ωρών που διέφυγαν με από τα συνηθισμένα κανάλια. Δεν υπήρξε κίνηση των εντέρων. Υπήρξε κίνηση των νεφρών αλλά τα ούρα έμειναν επάνω στο κρεβάτι και δεν μπορούσαν να εξατμιστούν αρκετά από τα χοντρά σκεπάσματα για να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Η ένδειξη στο τέλος των δεκαοκτώ λεπτών κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρχε αμφιβολία για το θάνατο τοποθετήθηκε και πάλι η ένδειξη σε ελαφρά επαφή με το άνω μέρος της κλίμακας και παρακολουθήθηκε για σαράντα λεπτά αλλά καμιά απώλεια δεν σημειώθηκε.
Οι κλίμακές μου είχαν ευαισθησία 5,67 γρ. Εάν τοποθετούνταν σε ισορροπία 2,84γραμμάρια μπορούσαν να σηκώσουν την ένδειξη κοντά στο άνω μέρος της κλίμακας ενώ μια απώλεια 2,84 γραμμαρίων ακόμα πήγαινε την ένδειξη να ακουμπήσει στο άνω μέρος. Εάν 5,67 γρ. αφαιρούνταν η ένδειξη θα έπεφτε στο κατώτερο μέρος και θα ταλαντώνονταν μέχρι να ξαναβρεθεί η ισορροπία.
Ο ασθενής είχε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τον πρώτο. Ο θάνατός τους ήταν σταδιακός τόσο ώστε είχαμε μεγάλες αμφιβολίες για ώστε να καθορίσουμε από τις ενδείξεις τη στιγμή του θανάτου.
Η τρίτη περίπτωση, ένας ακόμη άνδρας που πέθαινε από φυματίωση, παρουσίασε μια απώλεια βάρους 14,18 γρ. που συνέπεσε με το θάνατο και μια πρόσθετη απώλεια 28,35 γρ. μερικά λεπτά αργότερα.
Στην τέταρτη περίπτωση, μια γυναίκα που πέθαινε από διαβητικό κόμμα, δυστυχώς οι κλίμακές μας δεν ήταν καλορυθμισμένες και υπήρχε και αρκετή αναταραχή από ανθρώπους που αντιτίθονταν στη δουλειά μας. Έτσι, παρόλο που κατά τον θάνατο η ένδειξη έπεσε τόσο ώστε να χρειάζεται διόρθωση της τάξης 10,63-14,18 γραμμάρια για να επανέλθει στο προ του θανάτου σημείο ισορροπίας, θεωρώ τη δοκιμή χωρίς αξία.
Η πέμπτη περίπτωση, ένας άνδρας που πέθαινε από φυματίωση, έδειξε ξεκάθαρη πτώση της ένδειξης ώστε να χρειάζεται διόρθωση 10,63 γρ. για να επανέλθει. Αυτή η πτώση που δεν μπορούσε να εξηγηθεί συνέβη ακριβώς ταυτόχρονα με τον θάνατο αλλά κατά παράξενο τρόπο φέρνοντας την ένδειξη πίσω με αντίβαρα δεν σημειώσαμε άλλη απώλεια για δεκαπέντε λεπτά. Ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε την απώλεια των 10,63 γρ. που ήταν άμεση και ξεκάθαρη με την ένδειξη να χτυπά το κάτω μέρος της κλίμακας με μεγάλο θόρυβο όπως και στην πρώτη περίπτωση.
Η έκτη και τελευταία περίπτωση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί σωστά. Ο ασθενής πέθανε μόλις πέντε λεπτά μετά από την τοποθέτησή του στο κρεβάτι και πέθανε ενώ ρυθμίζαμε την ένδειξη.
Σε επικοινωνία μου με τον δρ. Χοντγγσον σημείωσα ότι δεν ανέφερα καμιά απώλεια βάρους. Θα πρέπει να προσθέσω ότι δεν υπήρχε απώλεια βάρους άξια λόγου. Οι σημειώσεις που έπαιρνα στη διάρκεια του πειράματος έδειξαν μια όντως απώλεια 42,53 γρ. Όμως, θα πρέπει να πω ότι το πείραμα έγινε τόσο βιαστικά ώστε η διακυμάνσεις της κλίμακας δεν είχαν ακόμα κοπάσει και η διαφορά των 42,53 γρ. θα μπορούσε να οφείλεται σε τυχαία κίνηση των αντίβαρων. Αυτό πάντως δεν ισχύει για τα άλλα πειράματα. Κανένα από αυτά δεν έγινε βιαστικά. Όπως και να έχει η έκτη περίπτωση δεν έχει αξία εξαιτίας των παραπάνω.

Τα ίδια πειράματα έγιναν και με δεκαπέντε σκυλιά, με κάθε προφύλαξη για ακρίβεια, και τα αποτελέσματα ήταν πάντοτε αρνητικά. Καμία απώλεια βάρους κατά τον θάνατο.
Μια απώλεια βάρους σημειώνεται περίπου 20 με 30 λεπτά μετά τον θάνατο εξαιτίας της εξάτμισης των ούρων που φυσιολογικά διαφεύγουν και η οποία μπορεί να επαναληφθεί για την ίδια ποσότητα νερού στη ζυγαριά, με κάθε άλλη περίπτωση να είναι ίδια, η θερμοκρασία του δωματίου κτλ. εκτός από την παρουσία του σώματος του σκύλου.
Τα σκυλιά του πειράματος ζύγιζαν μεταξύ 7 και 30 κιλά και οι κλίμακες με το συνολικό βάρος επάνω τους είχαν ακρίβεια 0,47 γραμμαρίων. Οι δοκιμές στα σκυλιά «νοθευόταν» με τη χρήση δύο ναρκωτικών που χρησιμοποιούνταν για την επίτευξη της απαιτούμενης ηρεμίας των ζώων που ήταν απαραίτητη για την λεπτή ισορροπία της ένδειξης.
Οι ιδεώδεις δοκιμές στα σκυλιά θα έπρεπε να γίνουν σε κάποια που πέθαιναν από μια ασθένεια που θα τα εξαντλούσε και θα τα καθιστούσε ανίκανα να κινηθούν απότομα. Δυστυχώς δεν μπορούσα να βρω σκυλιά που πέθαινα από τέτοια ασθένεια.

Το βασικό αποτέλεσμα από τα πειράματα που έγιναν με ανθρώπους δείχνουν ότι λαμβάνει κατά τον θάνατο μια απώλεια βάρους που δεν μπορεί να εξηγηθεί από τις γνωστές αιτίες απώλειας. Να είναι άραγε το υλικό της ψυχής; Μοιάζει να είναι κάτι τέτοιο, σε μένα. Συμβαδίζει με την υπόθεσή μας πως ένα τέτοιο υλικό είναι απαραίτητο για την συνέχιση ή την διατήρηση της προσωπικότητας μετά τον σωματικό θάνατο και εδώ έχουμε πειραματική απόδειξη ότι κάποιο υλικό που μπορεί να ζυγιστεί πράγματι αφήνει το ανθρώπινο σώμα κατά τον θάνατο.
Εάν αυτό το υλικό είναι ένα ανάλογο του φυσικού σώματος, έχει τον ίδιο όγκο, και καταλαμβάνει τον ίδιο χώρο τότε είναι πολύ ελαφρότερο από τον ατμοσφαιρικό αέρα που μας περιβάλλει, και ο οποίος ζυγίζει 1,25 γρ. ανά λίτρο. Αυτό είναι ένα γεγονός μεγάλης σημασίας καθώς ένα τέτοιο «σώμα» θα ανέρχεται αμέσως στην ατμόσφαιρα. Η απουσία κάποιας μετρίσιμης μάζας που να αφήνει το σώμα κατά τον θάνατο δεν μπορεί βέβαια να αποτελέσει επιχείρημα κατά της συνέχισης της προσωπικότητας, γιατί είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι που καταλαμβάνει χώρο χωρίς να έχει βάρος, όπως ο αιθέρας.
Έχει προταθεί ότι ο αιθέρας ίσως να είναι αυτό το υλικό, αλλά με τη σύγχρονη αντίληψη της επιστήμης ο αιθέρας είναι η πρωταρχική μορφή κάθε ύλης, και κάθε άλλη μορφή ύλης είναι απλά συγκεντρώσεις αιθέρα με διαφορετική πυκνότητα. Σ’ αυτήν την περίπτωση μου φαίνεται ότι το υλικό της ψυχής που σ’ αυτή τη ζωή συνδέεται οργανικά με το σώμα δεν μπορεί να είναι το ίδιο με τον αιθέρα. Ακόμα περισσότερο, ο αιθέρας υποτίθεται ότι είναι μη-ασυνεχής (Σ.τ.Μ. ενιαίος). Ένας συνεχές Όλο και δεν μπορεί να υπάρχει σε διαφορετικές μάζες ως αιθέρας ενώ μια πρώτη απαίτηση για μια συνεχιζόμενη προσωπικότητα του ατόμου είναι η «διαφορετικότητα», το Εγώ ως χωριστό και διάφορο από κάθε άλλο πράγμα, το μη-Εγώ.
Στο μυαλό μου έτσι το υλικό της ψυχής δεν μπορεί να είναι ο αιθέρας ως τέτοιος. Εάν η θεωρία ότι ο αιθέρας είναι η πρωταρχική μορφή κάθε υλικού είναι σωστή, τότε το υλικό της ψυχής θα πρέπει να αναγκαστικά να είναι διαφορετικό.
Εάν αποδειχθεί απόλυτα ότι υπάρχει στους ανθρώπους απώλεια ύλης κατά τον θάνατο που δεν μπορεί να χρεωθεί σε γνωστά αίτια, και ότι μια τέτοια απώλεια δεν συμβαίνει στα σκυλιά, όπως τα πειράματά μου μοιάζουν να δείχνουν, τότε έχουμε μια διαφορά στη φυσιολογία μεταξύ ανθρώπων και σκύλων, τουλάχιστον, και πιθανά μεταξύ ανθρώπων και όλων των άλλων ζωικών μορφών.
Γνωρίζω ότι χρειάζεται να γίνει ένας μεγάλος αριθμός πειραμάτων πριν γίνει δυνατό να επιβεβαιωθεί το πράγμα πέρα από κάθε πιθανό λάθος. Αν όμως επιπλέον και επαρκής πειραματισμοί αποδείξουν ότι υπάρχει απώλεια βάρους που συμβαίνει κατά τον θάνατο και δεν μπορεί να εξηγηθεί από τους γνωστούς τρόπους απώλειας, τότε ο καθορισμός ενός τέτοιου γεγονότος δεν μπορεί παρά να έχει εξαιρετική σημασία.
Μια ουγκιά γεγονότος λίγο πολύ θα έχει περισσότερο βάρος στην επίδειξη της πραγματικότητας της συνέχισης της ύπαρξης με την απαραίτητη βάση ύλης στην οποία αυτή στηρίζεται παρά όλες μαζί τις εξαντλητικές αναλύσεις θεωριών από θεολόγους και μεταφυσικούς.
Εάν άλλα πειράματα αποδείξουν ότι υπάρχει μια απώλεια βάρους που λαμβάνει χώρα κατά τον θάνατο, και που δεν μπορεί να εξηγηθεί από γνωστά αίτια, θα πρέπει να ομολογήσουμε τη θεωρία ότι υπάρχει υλικό της ψυχής, ή θα πρέπει να δοθεί κάποια άλλη εξήγηση του φαινομένου. Εάν αποδειχθεί αληθής, η υλιστική αντίληψη θα έχει ικανοποιηθεί και η απόδειξη για μια υλική βάση της συνέχισης του νου, ή του πνεύματος, ή της ψυχής μετά τον θάνατο του σώματος, που θεωρείται απαίτηση από τους υλιστές, θα έχει δοθεί.
Αυτό θα αποδείξει επίσης ότι η πνευματιστική αντίληψη για το άυλο της ψυχής ήταν λάθος. Τα αξιώματα που προβάλουν θα θρησκευτικά σύμβολα της πίστης δεν αποτελούν θετική και τελειωτική απάντηση του ερωτηματικού.
Οι θεωρίες όλων των φιλοσόφων και όλων των φιλοσοφιών δεν δίνουν τελική λύση στο πρόβλημα της συνεχιζόμενης προσωπικότητας μετά τον σωματικό θάνατο. Αυτό το γεγονός, ότι ένα σώμα που καταλαμβάνει χώρο και έχει μετρίσιμο βάρος που χάνεται κατά τον θάνατο, εάν επιβεβαιωθεί θα παρέχει ουσιαστική βάση για την διατήρηση της προσωπικότητας ή ενός συνειδητού Εγώ που επιβιώνει τον σωματικό θάνατο και ένα στοιχείο βεβαιότητας αξίζει περισσότερο από τις αξιώσεις όλων των θρησκευτικών πιστεύω και όλων των μεταφυσικών επιχειρημάτων μαζί.
Στα 1854 ο Rudolph Wagner, φυσιολόγος του Gottingen Congress of Physiologists, πρότεινε μια συζήτηση με θέμα το «Ειδικό Υλικό της Ψυχής». Η πρόκληση έγινε δεκτή αλλά καμιά συζήτηση δεν ακολούθησε και ανάμεσα στους 500 παρευρισκόμενους κανένας δεν σηκώθηκε να υπερασπίσει την πνευματιστική φιλοσοφία. Έχουμε άραγε βρει αυτό το υλικό της ψυχής του Wagner;
»

Αυτή ήταν η αναφορά και τα ερωτηματικά που οι ενστάσεις που βγαίνουν από αυτή είναι πολλά. Για την αξιοπιστία του πειράματος δεν μπορούμε να πούμε τίποτα σήμερα. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι δεν επαναλήφθηκε ποτέ, παρά το ότι έγινε γνωστό μέσα από μια δημοσίευση σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό.
Σήμερα και η ίδια αυτή η δημοσίευση μοιάζει ξεπερασμένη. Οι τρόποι διαπίστωσης του θανάτου είναι διαφορετικοί. Ο θάνατος νοείται περισσότερο ως μια «διαδικασία» παρά ως μια «στιγμή». Και η «διαδικασία» όμως του θανάτου κάποια «στιγμή» θα τερματίζεται.
Ακόμα το άρθρο μιλά για «αιθέρα» που έκτοτε η ύπαρξή του θεωρείται αμφίβολη. Εμείς όπου λέει «αιθέρα» θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «ηλεκτρομαγνητικά κύματα», που είναι βέβαια διαφορετικά.
Τέλος υπάρχει το ζήτημα του ανεξήγητου «χαμένου βάρους». Κατά καιρούς κυκλοφορούν ιστορίες που αναφέρονται στη σχέση της μυϊκής τάσης (το αν οι μυς είναι σε χαλάρωση ή σφίξιμο) σε σχέση με το βάρος. Πράγματι ένα παιδί που κοιμάται χαλαρωμένο μοιάζει βαρύτερο, αν πάμε να το σηκώσουμε, από το ίδιο παιδί σε εγρήγορση. Το αίτιο όμως είναι η αλλαγή του κέντρου βάρους. Κάτι τέτοιο δεν θεωρείται, γενικά, ανεξήγητο μυστήριο. Επιπλέον η χαλάρωση μοιάζει να προσθέτει βάρος, ενώ το φαινόμενο που παρατηρήθηκε στο πείραμα του 1907 ήταν «απώλεια» βάρους 30 πάνω κάτω γραμμαρίων που δεν μπορούσε να εξηγηθεί.
Κυκλοφορούν και ιστορίες για γιόγκιν που καθιστούν τον εαυτό τους ασήκωτα βαρύ. Δεν είναι όμως πιο αξιόπιστες από το παραπάνω πείραμα. Καμιά δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Έτσι τα εντυπωσιακά αποτελέσματα του πειράματος του γιατρού Ντάνκαν ΜακΝτούγκαλ παραμένουν εκεί για να μας προβληματίζουν.
Όσο για εκείνους που αμφιβάλουν για αυτά, δεν έχουν παρά να τα επαναλάβουν!



Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό STRANGE την περίοδο 2002-2003

Μοιράσου αυτό το άρθρο!