Εμπεδοκλής - Γράμμα από τόν Εμπεδοκλή PDF Εκτύπωση E-mail
Η Τέχνη των Σοφών - Μεγάλοι Μύστες
Συντάχθηκε απο τον/την Σείριος & Βελανιδιά   
Ευρετήριο Άρθρου
Εμπεδοκλής
Γράμμα από τόν Εμπεδοκλή
Εμπεδοκλής
Όλες οι Σελίδες
Γράμμα από τόν Εμπεδοκλή

Αγαπητοί φίλοι,

Είμαι καλά καί τό ίδιο εύχομαι γιά όλους εσάς.

Τό όνομά μου είναι Εμπεδοκλής καί κατάγομαι από τόν Ακράγαντα τής Σικελίας. Έζησα στά τέλη του 5ου αι.π.Χ. Οι ρίζες μου βρίσκονται στήν Αρχαία Ελληνική Ιωνία καί πρόγονοί μου ήταν οι Ταλχίνες. Απόγονοι καί συνεχιστές κι αυτοί τών Αρχαίων Ορφικών Πρέσβεων. Τών περιπλανώμενων Ιερέων τού Ορφέα.
Οι Ταλχίνες, ήταν μύστες τού στοιχείου τής φωτιάς καί κατείχαν Ιερές τέχνες. Μία από αυτές ήταν η τέχνη τής επεξεργασίας τών μετάλλων. Οι πρόγονοί τους, οι Ορφικοί Ιερείς, ήταν αυτοί πού κατήλθαν στά βάθη τού Κόσμου αυτού καί έλαβαν από τόν Αρχοντα τού Κάτω Κόσμου χαρίσματα πού μεταλαμπάδευσαν στούς απογόνους τους, τούς Ταλχίνες. Χαρίσματα όπως η γνώση καί η σοφία τής χρήσης τής παντοδύναμης φωτιάς, πού από στοιχείο φθοράς καί καταστροφής -ρίξτε ένα κλαδί στήν φωτιά καί δείτε τί θ΄απογίνει- στά χέρια τους μετατράπηκε σέ στοιχείο δημιουργίας.
Οι Ταλχίνες, έχοντας κι αυτοί μέσα σπορά ταξιδευτών, περιπλανήθηκαν στίς τότε γνωστές θάλασσες. Κάποιοι από αυτούς έφτασαν στήν Σικελία. Τό νησί τής Μεσογείου πού διαφεντεύεται από τήν Αρχόντισσα Αίτνα. Εκεί, βρίσκοντας στοιχειωμένη τήν κοσμογονική τους πίστη, προσκύνησαν τήν κραδάζουσα καί ατμίζουσα Γαία, αφιερώθηκαν στό υποχθόνιο Πύρ Της καί έστησαν τά ιερά καί τίς εστίες τους.
Όποιος ασκεί μία τέχνη, μέ τήν πάροδο τού χρόνου ανταμείβεται από αυτήν λαμβάνοντας τά χρίσματα -χαρίσματα- τής σοφίας της. Κρατήστε υπ΄όψη αυτό τό σημείο γιατί είναι πολύ σημαντικό καί θά επανέλθω -έμμεσα- αργότερα καί τό συνιστώ ιδιαίτερα σέ όσους αναζητούν τήν γνώση καί τήν εξ’ αυτής απορρεόυσα σοφία. Τώρα θά συνεχίσω μέ τήν διήγηση όσων αφορούν τούς προγόνους μου καί εμένα.
Οι Ταλχίνες λοιπόν, στήν αρχή έγιναν γνωστοί ως τεχνίτες τών μετάλλων πού κατέβαιναν καί εξώρυχαν στίς ζοφερές, απύθμενες χαράδρες καί τά σπήλαια τής Αίτνας. Τά έφερναν στήν επιφάνεια καί τά επεξεργάζονταν στά μεταλλουργεία τους. Επειδή όμως κατείχαν γνώσεις μυστικές καί βοηθούσαν όποιον τούς ζητούσε βοήθεια, σύντομα έγιναν γνωστοί στόν τότε κόσμο γιά τήν σοφία τους. Πολλοί ταξιδευτές, από διάφορα μέρη, συνέρρεαν στούς οικισμούς τους καί θά μού μείνει αξέχαστο τό θέαμα τών Εαρινών υπαίθριων συναθροίσεων μετά τό πέρας τής σκληρής δουλειάς.
Σεβάσμιοι, μουτζουρωμένοι από τήν κάπνα τού καμινιού μεταλλουργοί, καθισμένοι κάτω από τίς ασημόφυλλες ελιές καί περιτριγυρισμένοι από άνδρες καί γυναίκες, απάγγελαν μέ τρόπο ήμερο, απλό καί έμμετρο -γιά νά μήν λησμονιέται- τήν κοσμογονική τους πίστη. Αυτοί, κατείχαν τήν σοφία τής τέχνης τού Σπορέα. Βήμα τό βήμα, λέξη τήν λέξη, σπόρο τόν σπόρο, νά μήν πάει τίποτε χαμένο στήν καρπερή γή τού ανθρώπινου πνεύματος πού συναθροιζόταν γύρω τους προσμένοντας μέ λαχτάρα τήν γονιμοποίηση. Στό τέλος, χορτάτοι από τόν κάματο καί τήν σπορά, γύρω από τά λυχνάρια τού λαδιού, δειπνούσαν λιτά καί κατόπιν αποσύρονταν στήν Μορφική Αγκάλη γιά νά πάρουν δύναμη καί νά Δοξάσουν τήν νέα ημέρα μέ τόν μόχθο τους.
Μέ τό πέρασμα τού χρόνου, αυτές οι συναθροίσεις πήραν τό όνομα Σχολή καί νέοι μέ πίστη καί ενθουσιασμό ανέλαβαν μέρος από τό έργο τής διδασκαλίας.
Η διδασκαλία γινόταν σέ κλειστούς, στεγασμένους χώρους, δίκην ναού. Τούς ακροατές καί τόν ομιλητή τούς χώριζε, πλέον, πέτασμα από ύφασμα βαρύ καί η διδασκαλία γινόταν ψιθυριστά, μέσω τού πετάσματος.
Θυμάμαι, μιά φορά πού, παιδάκι, τρύπωσα στό Άδυτο, καί μέ έκπληξη είδα τούς σεβάσμιους μεταλλουργούς καθισμένους, καταγής σέ κύκλο γύρω από τόν Σχόλαρχο. Καί γιά νά πώ τήν αλήθεια ακόμα αναρωτιέμαι ποιός απ΄όλους αυτούς ήταν αυτός πού τελικά μιλούσε.... Κάτι πού ακόμα θυμάμαι είναι ότι, οι πέντε από τούς σεβάσμιους τού κύκλου, είχαν μέλη καλυμμένα από χρυσό πού άστραφτε στό μεσόφωτο μέσα από τά ταπεινά καπνισμένα τους ενδύματα καί ότι ο Σχόλαρχος, στό μέσον τού κύκλου, είχε μέ ένα λευκό μακρύ κάλυμμα σκεπασμένη τήν κεφαλή καί κρατούσε στό χέρι ένα σανδάλι, ένα σανδάλι καμωμένο από τόν κόκκινο αστραφτερό χαλκό τής Αρχόντισσας Αίτνας. Αυτό, ήτάν τό χρίσμα -χάρισμα- τής παγερής, υποχθόνιας, θεάς Εκάτης.
Έτσι παιδάκι όντας, περιδιάβαινα τήν γαία τού Τάραντα, τής πόλης πού αναστήθηκα στήν Σικελία. Περιδιάβαινα νοώντας τόν μόχθο τής πυράς στά βαθη, από τό υποχθόνιο μουγκρητό πού συντάραζε τήν πλάση. Περιδιάβαινα θαυμάζοντας τό υδάτινο στοιχείο πού αγκάλιαζε τόν κόσμο καί ξεχύνονταν άλλού δροσερό κι άλλού κοχλαστό από τίς λαβωματιές τού ηφαίστειου. Περιδιάβαινα παρακολουθώντας μέ περισυλλογή καί φόβο τόν κρυστάλλινο αιθέρα καί τά καμώματά του, πού περιβάλλει, κρατεί, ρυθμίζει καί κοσμεί τό πάν. Περιδιάβαινα καί θαύμαζα τόν Κόσμο, κάτω από τό φώς τού ζωοφόρου Ήλιου καί τής νεκρικής Εκάτης -Σελήνη, επίσης τήν ονομάζουμε- .
Αχ άν ξέρατε τί έγνοια είχα μέ τόν Άρχοντα Ήλιο...! Ολημερίς τόν είχα στήν φροντίδα καί στήν επίβλεψή μου. Άρχοντας είναι, θέλει καί κάποιον νά τόν νοιάζεται! Τόν ξεπροβόδιζα μέ αγωνία τά καλοκαιρινά απογεύματα καθώς βυθιζόταν κατακόκκινος καί κουρασμένος στήν άκρη τού στρογγυλού δίσκου πού είναι ο κόσμος μας. Πόσο μού θύμιζε τούς σεβάσμιους μεταλλουργούς πού κατακκόκινοι, αγκομαχώντας έδιναν τίς τελευταίες σφυριές στό πυρωμένο μέταλλο στό τέλος τής ημέρας! Χίλιες ευχές έκανα κάθε νύχτα ώστε εκεί πού κατέβαινε κατάκοπος, στά σκοτεινά βάθη νά μήν απαντήσει τούς μοχθηρούς Τιτάνες καί τόν φυλακίσουν, τήν νεκρική Εκάτη καί τού πάρει τήν δύναμή του παρά νά βρεί τόν συντροφικό Μορφέα γιά νά τόν αναζωογονήσει καί νά χαρούμε όλοι μαζί τήν Δόξα τής επόμενης ημέρας. Καί ό Άρχοντας Ήλιος ήταν τόσο ευγενικός μαζί μου! Μόλις νικηφόρος ξεπρόβαλε, στήν άλλη άκρη τού στρογγυλού τού δίσκου πού ήταν ο κόσμος μας, έστελνε μήνυμα μέ ηλιαχτίδα πού μ΄έβρισκε στό αχυρόστρωμά μου γιά νά μού μεταφέρει τά νικητήρια κι εγώ ανακουφισμένος έπαιρνα άλλον έναν υπνάκο μέχρι ο Άρχοντας ν΄ανέβει πυρωμένος ίσα μέ μιά αγελάδα καί τήν ουρά της ψηλά σηκωμένη, στόν αιθέρα πού κρατούσε τά πάντα.
Έτσι περνούσαν τά χρόνια καί μεγάλωσα κι εγώ. Πέρασα από τά πέτρινα σκαλοπάτια τής Σχολής καί χάραξα τόν δρόμο μου. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ μου δέν κατάφερα νά ασχοληθώ μέ κάτι αποκλειστικά. Όλα μέ ενδιέφεραν! Είχα πάθος μέ τήν παρατήρηση, τήν ερμηνεία καί τήν σύνδεση τών στοιχείων, τών φυτών, τών ζώων, τών μετάλλων, τών φυσικών φαινομένων, τού έναστρου ουρανού, τού Κόσμου. Αυτή ήταν καί η τέχνη πού υπηρετούσα. Μία τέχνη πρακτική καί καθόλου αφηρημένη. Συσσώρευση γνώσεων, ταξινόμηση, σύνθεση καί χρήση τους. Αργότερα, η τέχνη πού πιστά υπηρετούσα μέ αντάμειψε μέ τό χάρισμα τής Σοφίας της καί έτσι ανεγνώρισα τόν Κόσμο από τήν μυστική του πλευρά, τήν μυστική του Δύναμη, τήν Συνάφεια του καί τήν Συνέχειά του.
Γιά εμένα τόν Εμπεδοκλή, πλέον, δέν υπάρχει τίποτε στόν κόσμο πού η μυστική του πλευρά, νά μήν είναι παλμικά καί συνειδησιακά ζωντανή, συναφής καί συνεχής.
Τίς απόψεις μου τίς υπαινίχθηκα στό Κοσμολογικό ποίημα πού συνέθεσα γιά διδακτικούς λόγους. Λησμόνησα νά σάς τό αναφέρω αλλά πρέπει νά σάς πώ ότι έφτιαξα τήν δική μου σχολή όπου δίδασκα κάθε φορά καί ολοκλήρωνα έναν μαθητή. Αυτό τό Κοσμολογικό μου ποίημα, είναι τό επιστέγασμα τής εσωτερικής γνώσης πού μετέφερα προσωπικά στόν μαθητή μου. Δέν είναι στίχοι γύρω από τούς οποίους θά αναπτυχθεί διάλογος. Η μαθητεία καί ο διάλογος έχει ολοκληρωθεί καί ο μαθητής, καθαρμένος, είναι έτοιμος νά παραλάβει, από τά χείλη μου καί νά ασφαλίσει τήν «παράδοση» σέ μέρος ασφαλές. Εκεί ο σπόρος μέ τόν καιρό θά κάνει φύτρα καί θά βλαστήσει καί θά τόν κατακυριεύσει καί θά τόν οδηγήσει εκεί όπου θά επιλέξει τόν προσωπικό του δρόμο, τό δικό του Έργο.
Οι πρώτοι στίχοι τού Κοσμολογικού μου ποιήματος, είναι μία υπόσχεση στόν μαθητή μου:
« ...Καί φάρμακα όσα υπάρχουν γιά τίς αρρώστιες καί τά γηρατειά θά μάθεις,
γιατί μόνο σ’ εσένα όλα αυτά εγώ θ΄αποκαλύψω.
Θά παύσεις τό μένος τών ακούραστων ανέμων πού ορμούν στήν γή καί
πού μέ τήν πνοή τους αφανίζουν τά χωράφια.
Καί πάλι, όταν θές, ενάντιους ανέμους θά σηκώσεις.
Από τήν σκοτεινή βροχή, κλίμα ξηρό κι ευνοϊκό θά φέρεις στούς ανθρώπους,
Κι από τήν ξηρασία τού θέρους υγρούς νοτιάδες πού τρέφουνε τά δέντρα καί στόν αιθέρα κατοικούν.
Κι ακόμα καί νεκρό θά φέρεις πίσω από τόν Αδη...»
Εκείνη τήν εποχή, αλλά καί πολύ μεταγενέστερα, έως καί τήν σύγχρονη επόχή θά έλεγα, τό περιεχόμενο τών στίχων αυτών χωρίς δεύτερη ...σκέψη, χαρακτηρίστηκε ως Μαγεία! Μέ λέγανε πού μέ λέγανε ιδιόρρυθμο καί εκκεντρικό αλλά μέ αυτούς τούς στίχους, κατάφερα καί τούς σκανδάλισα όλους, σέ βαθμό κακουργήματος.
Η σύγκρουση μέ τό κατεστημένο καί ιδιαίοτερα μέ τό ιερατείο ήταν άνευ προηγουμένου.
« Ποιός είναι αυτός ο αιρετικός, πού υπόσχεται, σάν νά ΄τανε Θεός, ότι θά σπάσει τήν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στούς Θεούς καί τούς θνητούς, καταργώντας τά γηρατειά καί τόν θάνατο...;;!! » βρυχόνταν μέ μπλαβισμένες μούρες τό παπαδαριό καί γυρνόφερναν αφορίζοντάς με σέ σοκάκια καί πλατείες, ανεμίζοντας νευρικά τά ράσσα τους. Καί μέ μαύρισαν τελικά. Επιμελώς αγνοημένος, είδα κι έπαθα μετά από 2.950 χρόνια, νά μέ αναγνωρίσω από απομεινάρια κατακερματισμένα, κακοαντιγραμμένα, διασκευασμένα καί καταχωνιασμένα μέσα σ΄αυτό πού εσείς λέτε Αρχαία Ελληνική Γραμματεία!
Κι όπως γράφετε καί εσείς, σήμερα στό διαδίκτυο, ...«τεσπα»!! Γι αυτά θά στενοχωρηθούμε; Συνέβαιναν καί θά συμβαίνουν πάντα. Ας επανέλθουμε λοιπόν επί τής ουσίας:
Η αλήθεια είναι ότι οι εισαγωγικοί στίχοι στό Κοσμολογικό μου ποίημα, επιδιωκόμενο είχαν μάλλον τήν σοβαρότητα μέ τήν οποία θά έπρεπε ο μαθητής νά αντιμετωπίσει τό περιεχόμενό του.
Η γνώση γύρω από τά στοιχεία, γύρω από τήν ιστορία καί τήν γέννηση τού ανθρώπου, γύρω από τήν φύση τών φυτών, τών ζώων, τών μετάλλων, τών φυσικών φαινομένων, τήν αστρονομία καί τήν δομή τού σύμπαντος δέν είναι αυτοσκοπός. Είναι ο δρόμος τής κυριαρχίας καί τού ελέγχου επάνω στίς δυνάμεις τής Φύσης. Ηταν μιά υπόσχεση μή συμβατών δυνάμεων γιά εκείνη τήν εποχή. Ηταν μία «Μαγική» υπόσχεση. Μήπως αυτός δέν ήταν καί ο αρχικός ρόλος τής μαγείας; Η συσσώρευση γνώσεων γύρω από τόν κόσμο καί η ικανότητα σύνθεσης καί χρήσης τους! Γιατί άλλωστε στήν αρχαία Ελλάδα η λέξη «φυσικός» ήταν συνώνυμο τής μαγείας;
Τό ενδιαφέρον μας γιά τήν Φύση καί τήν κοσμολογία είναι μαγικό μέ αυτήν ακριβώς τήν έννοια.
Μήν μού πείτε λοιπόν, ότι εγώ ο Εμπεδοκής, δέν δημιούργησα μιά εικόνα πλησιέστερη πρός τόν σύγχρονο επιστήμονα παρά πρός τόν «αφηρημένο» φιλόσοφο; Παρ΄όλο βέβαια, πού εμένα καί τόν σύγχρονο επιστήμονά σας, μάς χωρίζει ένας ολόκληρος ...Κόσμος!
Γιά εμένα, ακόμα καί οι λέξεις πού προφέρει ένας άνθρωπος μέ επίγνωση, διαθέτουν οντότητα, ευφυία καί συνειδητότητα.
Η εισαγωγή στό κοσμολογικό μου ποίημα αποδεικνύει αυτήν τήν πεποίθησή μου. Οι έννοιες πού εκφράζονται δέν είναι λόγια πρός συζήτηση αλλά λόγια πρός διαφύλαξη. Πρέπει νά προστατευτούν καί νά καλλιεργηθούν αλλιώς, είναι καταδικασμένα νά χαθούν. Περιέχουν ένα Μυστικό - γι΄αυτό χρησιμοποιείται ένα προσεκτικά επιλεγμένο μυητικό λεξιλόγιο - καί απευθύνονται σέ αυτόν πού έχει ήδη καθαρθεί. Απευθύνονται σ΄αυτόν πού πρέπει νά απορροφήσει τήν γνώση πού τού μεταδίδει ο Διδάσκαλος. Αυτά τά λόγια ριζώνοντας μέσα στόν μαθητή θά αναπτυχθούν καί θά μετασχηματίσουν ολόκληρη τήν ύπαρξή του, παρέχοντάς του ό,τι θά χρειαστεί στό μέλλον γιά νά επηρεάσει κι αυτός μέ τήν σειρά του τόν κόσμο γύρω του.
Μέ τήν έννοια «επηρεάσει», σαφώς καί υπαινίσσομαι τήν ανάγκη γιά εξέλιξη τών συλλογικών απόψεών μας, γιά τόν Κόσμο. Το Κοσμολογικό μου ποίημα δέν είναι παρά ένα πλέγμα ερεθιστικών, εγκαιροφλεγών νύξεων οι οποίες απορρέουν από ορισμένα δεδομένα.
Αγαπητοί φίλοι,
Αν προβληματιστείτε ποτέ σας γιά τούς ανθρώπους καί τίς απόψεις πού κυριαρχούσαν τήν εποχή μου αλλά καί μεταγενέστερα, προτού διαμορφώσετε μία απόψη θά σάς συμβούλευα νά μπείτε στόν κόπο νά συγχρονιστείτε μέ τήν ιστορική στιγμή πού εκφράζονται οι ιδέες τους καί τό φυσιογνωστικό τους υπόβαθρο.

Οσες φορές κι άν σκαρφάλωσα - από μικρό παιδί - στήν ψηλότερη κοφή τής Αρχόντισας Αίτνας, τά μάτια μου πού πλανήθηκαν, άγγιξαν τίς άκρες ενός στρογγυλού δίσκου είτε μέσω τού υγρού στοιχείου πού έφτανε στήν άκρη τού ορίζοντα, είτε στήν συνέχεια τής καμπύλης πού υπαινίσσονταν πίσω από τίς βουνοκορφές τής απέναντι στεριάς.
Η Γή γιά εμένα ήταν ένας στρογγυλός δίσκος.

Από τήν μία πλευρά τού στρογγυλού δίσκου τής Γής, αναδυόταν ο πύρινος δίσκος τού Άρχοντα Ήλιου καί αφού διέγραφε μία σταθερή τροχιά στό στερέωμα, καταδυόταν στήν άλλη πλευρά γιά νά αναδυθεί ξανά από τήν αντίθετη πλευρά, μετά από ώρες ανάλογες τής εποχής.
Αμέτρητες ημέρες μέ τά χέρια απλωμένα πρός Αυτόν, ψηλάφησα καί μέτρησα μέ τά ακροδάχτυλα τήν ακρίβεια τής θεϊκής διαδρομής του. Αμέτρητες νύχτες μέτρησα - μέ παιδιάστικη αγωνία γιά τήν τύχη Του, τήν τύχη μας - τό χρόνο από τήν κατάδυση μέχρι τήν ανάδυσή του. Εκεί ψηλά, έσιαξα αλώνι, χάραξα κύκλο, έστησα στό κέντρο του βωμό καί έθεσα σημάδια. Ο Χρόνος, άρχισε νά μού αποκαλύπτει, μέσα από σημάδια πού χάραζα, τήν οντότητά του. Ετσι ήξερα πλέον γιά κάθε εποχή τόν χρόνο τών καταδύσεων καί τών αναδύσεων τού Άρχοντα τής ζωής.

Η Ζωή είναι τό αποτέλεσμα τής γονιμοποίησης τής μάννας Γής από τήν πύρινη δύναμη τού Ήλιου. Η Γή γεννά, ανασταίνει, θρέφει καί ποτίζει τά παιδιά της, στήν αγκάλη τού Αιθέρα. Γι΄αυτό λοιπόν, πρόσταζα τόν μαθητή:

« Άκου καταρχήν τίς τέσσερις ρίζες τών πάντων:
Ο κεραυνοβόλος Ζεύς,
Η Ζωηφόρος Ήρα,
Ο Αϊδωνεύς καί
Η Νήστις, δακρυρροούσα υδροχόη τών πηγών τών θνητών»

Ναί, μορφοποιούσα τά τέσσερα στοιχειά τού Κόσμου: Τήν Γή, τόν Αιθέρα, τήν Φωτιά καί τό Νερό. Καί μάλιστα έδινα τήν αλληλουχία τους μέσα από τούς στίχους:

«Ο αιθήρ ήταν τό πρώτο στοιχείο πού ξεχώρισε.
Τό δεύτερο ήταν η φωτιά καί κατόπιν η γή.
Υστερα βγήκε τό νερό από τήν γή σάν ατμός …
Ο ουρανός δημιουργήθηκε από τόν αιθέρα,
ο ήλιος δημιουργήθηκε από τήν φωτιά.»

Γιά έναν άνθρωπο σάν κι εμένα για τόν οποίον, δέν υπάρχει τίποτα στόν κόσμο πού νά μήν είναι παλμικά καί συνειδησιακά ζωντανό, ήταν επιβαλλόμενη η προσωποποίηση τών στοιχείων, σάν απαραίτητη προϋπόθεση τής μελλοντικής «επικοινωνίας» καί «επενέργειας».
Ο Δίας γιά τόν Αιθέρα, τόν ουρανό έως καί τό εξωτερικό όριο τού σύμπαντος αλλά καί τόν αέρα στήν επιφάνεια τής γής πού συντάσει καί ενεργοποιεί τά φυσικά καιρικά φαινόμενα. Τόν αέρα πού μάς περιβάλλει, τόν αέρα πού αναπνέουμε.
Ο Αϊδωνεύς - ποιητική παραλλαγή γιά τόν Χθόνιο Αδη ( ός υπό χθονί δώματα ναίει ) - γιά τήν φωτιά. Οι φωτιές τού ουρανού – περιλαμβανομένης κι αυτής πού αναδύθηκε γιά νά γίνει ήλιος – έχουν τόν τόπο καταγωγής τους στά βάθη τής γής. Καί μήν μέ ρωτήσετε γιατί. Στόν κόρφο τής Αρχόντισας Αίτνας αναστήθηκα... καί από τίς κορφές της αγνάντεψα τόν Άρχοντα Ήλιο...
Η φερέσβια - ζωηφόρα - Ηρα γιά τήν γή.
Η Νήστις γιά τά νερά.

Οταν τίς ημέρες καί τίς νύχτες, μετά τήν βροχή περιπατούσα τήν Ταραντινή γαία γιά νά συνεχίσω τήν μελέτη μου στά φυτά καί τά βότανα, πολλές φορές ξεκουράστηκα στήν άκρη από τίς παροδικές λίμνες τού βρόχινου νερού, χαζεύοντας τόν αντικαθρεφτισμό τών σύννεφων, τού Άρχοντα Ήλιου, τών αστεριών ή καί τής Αρχόντισας Εκκάτης πού διάβαιναν υπεράνω, στόν ουρανό. Τό αντικαθρέφτισμα είναι αντίστροφο καί συνάμα παράδοξο γιατί μπορείς νά κάνεις ότι δέν μπορείς στήν πραγματικότητα.
Μία λοιποόν, νύχτα πού διαφέντευε ο ασημένιος δίσκος τής θεάς Εκάττης τό στερέωμα, η Νήστις μέ παρότρυνε νά τήν αγγίξω. Απλωσα τό χέρι επάνω από τόν στρογγυλό καθρέφτη τού λιμνάζοντος νερού καί τό είδωλό του, άγγιξε τό είδωλο τής θεάς.
«... Ό,τι είναι άνω είναι καί κάτω, μόνο πού τό «κατω» είναι χώρος αντιστροφής καί παράδοξου...».
Η φωτιά βρίσκεται στά βάθη τής Γής.
Ο Άδης, ενσαρκώνει τόν θάνατο καί τήν φθορά επειδή είναι ο θεός τής φωτιάς.
Ομως, « ...η φωτιά, ωθούμενη από τά βάθη τής γής, ανέβασε τούς βυθισμένους στό σκοτάδι βλαστούς τής ανθρωπότητας καί ύστερα τούς απόθεσε στήν επιφάνεια τής γής καθώς συνέχισε τό δρόμο της πρός τούς ουρανούς γιά νά σμίξει μέ τήν φωτιά πού ήταν συγκεντρωμένη εκεί. Τόση φωτιά στό ανώτατο όριο τού κόσμου έκανε τό σύμπαν βαρύ στήν κορφή του. Η φωτιά άρχισε νά γέρνει πρός τά κάτω, κυρτώνοντας τό σύμπαν καί τόν ουράνιο θόλο, καί όπως γλιστρούσε κάτω από τό κυκλικό όριο τού σύμπαντος, συγκεντρώθηκε σέ ένα συμπυκνωμένο σώμα φωτιάς, τόν γνωστό μας ήλιο».
Ο δημιουργικός ρόλος τής φωτιάς, ενσαρκώνεται από τόν Ήφαιστο τόν μεταλλουργό κι όχι τόν Αδη. ΄Αδης καί Ήφαιστος, η καταστροφική καί η δημιουργική εκδοχή τής φωτιάς είναι οι δύο όψεις τού ιδίου νομίσματος. Οντως ο χθόνιος κόσμος, φαίνεται νά είναι ένας τόπος μυστήριων, παράδοξων καί αντιστροφής.

Εγώ, λάτρης τού Κόσμου καί τού παράδοξου, υπήρξα ιερέας τών χθονίων θεοτήτων συνεχίζοντας έτσι τό προγονικό μου πεπρωμένο.

Χάρηκα πού αναφερθήκατε σέ εμένα εσείς, πού άν καί ανήκετε σέ μιά άλλη εποχή μέ τό ενδιαφέρον σας επιβεβαιώνετε ότι «Εν τό πάν»...

Σάς εύχομαι καρποφόρα καί ευτυχισμένη Ζωή

Πάντα κοντά σας,

Εμπεδοκλής.