Παραψυχολογία PDF Εκτύπωση E-mail
Η Τέχνη των Σοφών - Επιστήμες
Συντάχθηκε απο τον/την Johnny   

Η παραψυχολογία είναι το δόκιμο πεδίο μελέτης των κρυφών φυσικών δυνάμεων του ανθρώπου.
Η ψυχολογία ως επιστήμη απέτυχε να εξηγήσει διάφορα ψυχικά φαινόμενα επειδή τα προσέγγιζε με λάθος τρόπο και συνεπώς η ερμηνεία που έδινε δεν ήταν και τόσο ικανοποιητική.
Έτσι, δημιουργήθηκε από ένα τμήμα του επιστημονικού κόσμου ο όρος «παρά-ψυχολογία» ως ένας εναλλακτικός κλάδος της ψυχολογίας. Η παραψυχολογία, ως μέγιστη διαφορά με την ψυχολογία, αναδεικνύει την ύπαρξη της ψυχής και μελετά τα φαινόμενα και τις καταστάσεις που συνδέονται με αυτήν. Επιπλέον, η παραψυχολογία θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως εναλλακτικός κλάδος της φυσικής, η λεγόμενη «παραφυσική» που στόχο έχει την ερμηνεία φυσικών φαινομένων μη αποδεκτών από τον κλάδο της φυσικής.
Ουσιαστικά λοιπόν, η παραψυχολογία μελετά πολλά από αυτά που ο σύγχρονος κόσμος ονομάζει «Ανεξήγητα Φαινόμενα» ή «εναλλακτικές πραγματικότητες» και επιδιώκει να δώσει κάποιες πιό ικανοποιητικές ερμηνείες γύρω απ’ αυτά.

Υπάρχουν πολλών ειδών ψυχικές δυνάμεις και ο καθένας μας έχει ή μπορεί να αποκτήσει κάποια από αυτές. Τα είδη αυτά των ψυχικών δυνάμεων, η παραψυχολογία τα χωρίζει σε δύο κατηγορίες:

ESP (Extra Sensory Perception)


1) ESP (Extra Sensory Perception) ή Υπερ-αισθητική αντίληψη
Υπερ-αισθητηριακή αντίληψη ή ESP είναι η ικανότητα που έχει κάποιος να παίρνει (διάφορες) πληροφορίες με παραφυσικά μέσα, δηλαδή χωρίς να χρησιμοποιεί κάποια από τις 5 αισθήσεις του. Θεωρητικά, αυτό επιτυγχάνεται με την απόκτηση κάποιας ψυχικής δύναμης από εξωτερικούς παράγοντες.
Ο όρος ESP αναφέρθηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του γερμανού ερευνητή Ρούντολφ Τίσνερ «Τηλεπάθεια και υπερβατική όραση» το 1920.
Οι κυριότερες από τις ικανότητες που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία είναι: η Τηλεπάθεια, η Υπερβατική Όραση (Remote Viewing), η Ψυχομετρία και Προφητεία, η αστρική προβολή και γενικώς αυτό που πολλοί σήμερα ονομάζουν «Έκτη Αίσθηση».

Remote Viewing (τηλεπάθεια)

Αστρική προβολή

Ψυχομετρία

Είναι σχετικά δύσκολο να περιγραφτεί επαρκώς το φαινόμενο της τηλεπάθειας, καθ’ ότι είναι κάτι που ξεπερνά την υλική πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε, κι αν δεν έχει βιώσει κάποιος ένα τέτοιο φαινόμενο, αδυνατεί να κατανοήσει πλήρως τη λειτουργία του. Αυτό προφανώς εξηγεί και την πληθώρα άρθρων, ερευνών και ερμηνειών που προσπαθούν να προσεγγίσουν την τηλεπάθεια.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Frederic W. Myers, άγγλου δοκιμιογράφου και «ψυχοερευνητή», τηλεπάθεια είναι «η άμεση μεταβίβαση σκέψης από ένα άτομο (πομπός) σε ένα άλλο (δέκτης) χωρίς τη χρησιμοποίηση των συνηθισμένων αισθητηριακών καναλιών επικοινωνίας». Είναι ένας ορισμός που δόθηκε το 1882 κι έμελλε να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον και από άλλα σημαίνοντα πρόσωπα στον χώρο της ψυχιατρικής, όπως από τον Carl Young, τον Sigmund Freud και άλλους. Ο τελευταίος μάλιστα είχε παρατηρήσει την εκδήλωση φαινομένων τηλεπάθειας στους ασθενείς του και την προσδιόρισε ως μια πρωτόγονη ικανότητα που χάθηκε μέσα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, αλλά μπορούσε να εκδηλωθεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Ο Carl Young από την άλλη, αντιμετώπισε πιο σοβαρά αυτά τα φαινόμενα θεωρώντας τα μια λειτουργία της συγχρονικότητας.
Πάντως, ο παραπάνω ορισμός του Myers δεν αποτελεί μια διαφωτιστική ερμηνεία του φαινομένου, παρά μια παραδοχή ότι έχουμε να κάνουμε με μια πληροφορία που μεταβιβάζεται από έναν άνθρωπο σε έναν άλλον, χωρίς τη χρήση των πέντε γνωστών μας αισθήσεων ή άλλα ορατά μέσα.

Με μια ετυμολογική ανάλυση της λέξης προκύπτει ότι η τηλεπάθεια βγαίνει από το τηλέ- δηλαδή μακριά και το -πάθεια από το «πάθος» που εκτός από βάσανο, οργή ή λαχτάρα, σημαίνει και έντονη ψυχική κατάσταση, ακατανίκητη επιθυμία και θερμή συναισθηματική εκδήλωση. Αυτές οι λέξεις προσδίδουν κι άλλα στοιχεία για την κατανόηση του φαινομένου, κυρίως ως προς την ψυχολογική κατάσταση του πομπού ή/και του δέκτη.

Η απαρχή των ερευνών για το φαινόμενο της τηλεπάθειας αλλά και άλλων ψυχικών φαινομένων άρχισε περίπου το 1882 με την ίδρυση της «Κοινωνίας Ψυχικών Ερευνών της Αγγλίας» στο Λονδίνο. Στόχος των ιδρυτών αυτής της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και ο Myers, ήταν η δημιουργία μιας επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία θα κινούνταν οι παραψυχολογικές μελέτες. Στη συνέχεια, το 1886 ιδρύθηκε η Αμερικάνικη Εταιρία Ψυχικών Ερευνών (με κυριότερο συντελεστή τον William James) ενώ ακολούθησαν και άλλες χώρες όπως η Γαλλία, η Ρωσία, η Ιταλία, η Ιαπωνία και η Ελλάδα. Αυτές οι οργανώσεις προσπάθησαν (και ακόμα προσπαθούν) να αποδείξουν την ισχύ αυτών των φαινομένων με διάφορα εργαστηριακά πειράματα, χρησιμοποιώντας «Ψιονικούς», δηλαδή ανθρώπους με ψυχικές δυνάμεις.
Όσον αφορά την τηλεπάθεια, το πρώτο πείραμα που στέφθηκε με επιτυχία ήταν όταν ο αποστολέας, μέσα από φυσικά εμπόδια και χωρίς οπτική επαφή με το δέκτη, κατάφερε να μεταδώσει στον τελευταίο πληροφορίες όπως έναν διψήφιο αριθμό και μια οπτική εικόνα.
Σε αυτό το σημείο βέβαια, κρίνεται απαραίτητο να εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους η τηλεπάθεια διαχωρίζεται από το Remote Viewing (ή Clairvoyance) : Στην τηλεπάθεια έχουμε να κάνουμε με πομπό και δέκτη, δηλαδή τη μετάδοση μιας πληροφορίας μεταξύ ζωντανών όντων, ενώ στην περίπτωση του Remote Viewing αυτή η πληροφορία δεν είναι διαθέσιμη σε κανέναν άλλο παρατηρητή εκτός από τον άμεσα εμπλεκόμενο. Συνεπώς, η διαφορά έγκειται στο κατά πόσο η πληροφορία είναι διαθέσιμη ή όχι σε κάποιον παρατηρητή. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να λάβουμε υπ’ όψη το remote viewing ως μια υποκατηγορία της τηλεπάθειας.

Παραδείγματα τηλεπαθητικών φαινομένων μπορούμε να συναντήσουμε κατά κάποιο τρόπο σε αρκετές πτυχές της ζωής μας, από όνειρα που βλέπουμε μέχρι διάφορα συμβάντα στην καθημερινότητά μας: Μια μητέρα ξαφνικά αισθάνεται ότι το παιδί της κινδυνεύει, χωρίς να έχει δεχτεί κάποιο εξωτερικό ερέθισμα ή κάποιο άλλο σημάδι, ή σε ένα ερωτευμένο ζευγάρι που τους χωρίζει μεγάλη απόσταση, ο ένας αισθάνεται ότι κάτι κακό συμβαίνει στον άλλον. Τέτοιες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων όπου οι γονείς (κυρίως οι μητέρες) των στρατιωτών είχαν την αγωνία να επικοινωνήσουν με τα παιδιά τους που βρίσκονταν στον πόλεμο, ιδίως μάλιστα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν δεν υπήρχαν οι τρόποι επικοινωνίας που εμφανίστηκαν αργότερα.
Ο τρόπος με τον οποίον μπορεί να «εμφανιστεί» αυτή η διαίσθηση είναι μέσω οράματος, μέσω προγνωστικών ονείρων, με τη μορφή παραισθήσεων ή λέξεων/εικόνων που έρχονται αυθόρμητα στο μυαλό. Οι ερευνητές, έπειτα από μελέτη μερικών εξ αυτών των περιπτώσεων, κατέληξαν στο πολύτιμο συμπέρασμα ότι οι δέκτες των τηλεπαθητικών μηνυμάτων βρίσκονταν σε στιγμές έντονης συναισθηματικής φόρτισης ή γενικώς σε «κρίσιμες» στιγμές. Αυτά τα συναισθήματα, οι επιστήμονες μπόρεσαν να τα προκαλέσουν και μέσα στο εργαστήριο, αναπαράγοντας ουσιαστικά το φαινόμενο (αλλά σε ελεγχόμενες συνθήκες) και καταλήγοντας στο προηγούμενο συμπέρασμα, κάτι που ήδη έχει υπονοηθεί παραπάνω από την ετυμολογική ανάλυση της λέξης «τηλεπάθεια».
Κύριοι δέκτες δε τηλεπαθητικών μηνυμάτων είναι οι γυναίκες και αυτό ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι βρίσκονται πιό κοντά στα συναισθήματά τους και βασίζονται στη διαίσθηση περισσότερο από τους άντρες.

Κάποιες θεωρίες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο της τηλεπάθειας, έχουν κάνει κατά καιρούς την εμφάνισή τους στο προσκήνιο των ερευνών, άλλοτε ως μια σχετικά καλή εξήγηση (ποτέ όμως επαρκής) και άλλοτε ως μια προσέγγιση που δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα λύνει. Υπάρχει η θεωρία του Ρώσου L.L. Vasilies η οποία ανάγει τα αποτελέσματα της τηλεπάθειας στην ηλεκτρομαγνητική θεωρία. Ο Δημόκριτος επίσης φαίνεται να προσπαθεί να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό με βάση τις τότε θεωρίες περί σωματιδίων και κυμάτων. Ο Δρ. Ράιν στο βιβλίο του «Η έκταση του Νου» αναφέρει (εύστοχα) πως παντού υπάρχουν ηλεκτρομαγνητικά κύματα σε ένα ευρύ φάσμα συχνοτήτων και πιθανόν κάποια απ’ αυτές τις συχνότητες να δικαιολογεί το φαινόμενο της Τηλεπάθειας. Αλλά και ο χημικός σερ Ουίλλιαμ Κρουζ είχε διατυπώσει τη θεωρία ότι «Η φυσική ήδη έχει αποδείξει ότι στο Σύμπαν υπάρχουν κύματα ορατά και αόρατα, και ακτίνες που γίνονται αισθητές με τη χρήση ανάλογων οργάνων, όπως συμβαίνει στη ραδιοφωνία κ.λπ. Είναι, λοιπόν, πιθανό να υπάρχει και κάποιο μυστηριώδες “νοητικό κύμα” που να λειτουργεί στην ESP».
Υπάρχει κάποιο πείραμα, όμως, το οποίο διαψεύδει τη χρήση ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών για την τηλεπαθητική μετάδοση μιας πληροφορίας. Η Χέλα Χάμιντ, μια ψιονική γυναίκα, είχε καταφέρει να ανταλλάξει ακριβείς πληροφορίες με έναν άλλο άνθρωπο στο Σαν Φρανσίσκο (τον Ίνγκο Σουάν), ενώ η ίδια βρισκόταν κλεισμένη μέσα σε ένα υποβρύχιο, κάπου στον Ειρηνικό ωκεανό. Μια ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία όμως, δε μπορεί να ταξιδέψει μέσα στα νερά των ωκεανών, παρά μόνο να ανακλαστεί στην επιφάνειά τους.
Στην ανεύρεση μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης εξήγησης όσον αφορά την τηλεπάθεια, κάποιοι υποστηρικτές της θεώρησαν την κβαντομηχανική ως τη βάση υπό την οποία θα μπορούσε να αποδειχτεί. Η κύρια ιδέα είναι ότι το μυαλό λειτουργεί κβαντικά, έχοντας μέσα του ένα σύστημα στο οποίο μπορούν να εμφανιστούν ηλεκτρικές ή κβαντικές δραστηριότητες. Σε αυτό το σύστημα λέγεται πως έχουν αναπτυχθεί οι ικανότητες τόσο της αποστολής όσο και της λήψης «κβαντικών διακυμάνσεων» από άλλους εγκέφαλους. Υποστηρίζουν επίσης πως η τηλεπάθεια δεν είναι «παραισθητικό» φαινόμενο, αλλά ότι ο εγκέφαλος είναι το τηλεπαθητικό όργανο και οι συνδέσεις του με άλλους εγκεφάλους δεν είναι φυσικές αλλά ψυχικές. Παρ’ όλ’ αυτά, οι φυσικοί απαντούν πως η κβαντομηχανική μελετά αντικείμενα που ανήκουν στην υπο-νανομετρική σκάλα και καθώς τα φυσικά συστατικά του εγκεφάλου είναι πολύ μεγαλύτερα αυτής, τα συναγόμενα συμπεράσματα είναι αρκετά επισφαλή.

Το πείραμα Ganzfeld
Το «απόλυτο πεδίο» όπως σημαίνει το Ganzfeld στα γερμανικά, είναι ένα πείραμα που έλαβε χώρα το 1974 με τη συνδρομή του ακαδημαικού ψυχολόγου (πρώην ταχυδακτυλουργού) Ντάρυλ Μπεμ και του παραψυχολόγου Τσαρλς Χόνορτον, με σκοπό τη διαπίστωση του αν τελικά υφίσταται το φαινόμενο της τηλεπάθειας. Η εγκυρότητα καθώς και η μεγάλη απήχηση που είχε το εν λόγω πείραμα, οφείλεται τόσο στην επιτυχία του όσο και στο σχεδιασμό του που απέβλεπε στην ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων να θεωρηθεί τυχαίο ή συμπτωματικό, χωρίς όμως να εμποδίζεται η ομαλή λειτουργία του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου (το οποίο θεωρείται υπεύθυνο για τις δυνάμεις ESP).
Η ιδέα ήταν ότι αν όντως υπάρχουν τηλεπαθητικές δυνάμεις, αυτές καταπιέζονται από τις φυσικές αισθήσεις των κατόχων τους αλλά παράλληλα, η μακροχρόνια έκθεση του ίδιου ανθρώπου σε πλήρη αισθητηριακή απομόνωση μπορεί να του επιφέρει έντονες παραισθήσεις. Έτσι λοιπόν, κάλυψαν τα μάτια ενός εθελοντή με χοντρό γύψινο κάλυμμα και του φόρεσαν ακουστικά από τα οποία ακουγόταν έντονος λευκός θόρυβος (ήχοι όλων των συχνοτήτων ώστε να καλύπτει όλους τους άλλους εξωτερικούς ή μη θορύβους). Στη συνέχεια ο εθελοντής αυτός κλειδώθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο, αφού του τοποθετήθηκε μπροστά του ένα μικρόφωνο ώστε να καταγράφεται από τους ερευνητές οτιδήποτε έλεγε. Έπειτα, ένας άλλος εθελοντής κλειδώθηκε σε ένα άλλο δωμάτιο, ενώ οι ερευνητές του έδωσαν να δει μια τυχαία φωτογραφία και ένα τυχαίο μικρό βίντεο μέσα από ένα πλήθος άλλων φωτογραφιών και βίντεο. Όπως φαντάζεστε, ο δεύτερος εθελοντής έπρεπε να στείλει τηλεπαθητικά το περιεχόμενο αυτών των εικόνων και των βίντεο στον πρώτο, ο οποίος είχε την εντολή να μιλά δυνατά περιγράφοντας οτιδήποτε του ερχόταν στο μυαλό, ενώ στο τέλος έπρεπε να διαλέξει μέσα από έναν αριθμό φωτογραφιών εκείνη την οποία είχε δει ο δεύτερος εθελοντής.
Τα αποτελέσματα του πειράματος ξεπέρασαν τις προσδοκίες των ερευνητών αφού οι «δέκτες» εθελοντές έβρισκαν τη σωστή εικόνα σε ποσοστό μεγαλύτερο του στατιστικά αποδεκτού. Μάλιστα, κάποια στιγμή έφτασε το 75% (ποσοστό επιτυχίας), κάτι που αποτέλεσε ένα τεκμήριο της ύπαρξης τηλεπαθητικών (ή γενικότερα ESP) δυνάμεων, το οποίο έγινε αποδεκτό από το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής κοινότητας.
“Το 1964 στο Ιατρικό Κέντρο Μαϊμονίδης της Νέας Υόρκης εφαρμόστηκαν πρωτοποριακές πειραματικές μέθοδοι για τη μελέτη της τηλεπάθειας κατά τη διάρκεια των ονείρων. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1969, ο φυσικός Χέλμουτ Σμιτ εξερεύνησε τρόπους επίδρασης της συνείδησης ανθρώπων και ζώων με τη χρήση ακτινοβολιών από απόσταση. Το 1971 ο Αμερικανός αστροναύτης Έντγκαρ Μίτσελ συμμετείχε σ’ ένα πείραμα τηλεπάθειας μεταξύ Γης και Σελήνης (Απόλλων 14). Ο Μίτσελ, που είχε το παρατσούκλι ο διανοούμενος, κατά την παραμονή του στη Σελήνη προσπάθησε να στείλει τη σκέψη του σε κάποιους επιλεγμένους ανθρώπους-στόχους στη γη. Η NASA δεν του επέτρεψε ξανά να πετάξει, ενώ τον ανάγκασε να παραιτηθεί το 1972. Αμέσως μετά, ο Μίτσελ ίδρυσε μία δική του εταιρεία με την ονομασία Ινστιτούτο Νοητικών Επιστημών».” (ψυχοτρονική και ψιονικός πόλεμος του Γιώργου Στάμκου, agnosto.gr)

Η τηλεπάθεια, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να εκδηλωθεί και σε κατάσταση ύπνου, μέσα από ένα όνειρο. Κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της τηλεπάθειας, παρατηρείται ότι την επηρεάζουν διάφοροι βιολογικοί παράγοντες, όπως η περιεκτικότητα του αίματος στον αποστολέα ή τα εγκεφαλικά κύματα στον δέκτη που αλλάζουν συχνότητα ώστε να ταιριάζουν με αυτά του αποστολέα (κάτι που έχει παρατηρηθεί με χρήση ηλεκτρο-εγκεφαλογραφήματος). Η λήψη ναρκωτικών ουσιών έχει διαπιστωθεί ότι δρα αρνητικά στην εκδήλωση τηλεπαθητικών φαινομένων, ενώ λέγεται ότι η καφεϊνη την επηρεάζει θετικά.
Κατά τη διάρκεια του 1930, ο J. B. Rhine έκανε με τη σειρά του διάφορες ανακαλύψεις για την τηλεπάθεια, πειραματιζόμενος πάνω σε ESP φαινόμενα. Αναφέρει πως ήταν συχνά δύσκολο να προσδιοριστεί αν οι πληροφορίες μεταδίδονταν μέσω τηλεπάθειας, clairvoyance ή προφητικού clairvoyance. Κατέληξε στο ότι η τηλεπάθεια και το clairvoyance ήταν οι ίδιες ψυχικές λειτουργίες αλλά εκδηλώνονταν με διαφορετικό τρόπο. Επίσης, κατέληξε στο ότι η τηλεπάθεια δεν επηρεαζόταν από την απόσταση ή τα εμπόδια μεταξύ του αποστολέα και του δέκτη, κάτι σχετικά αυτονόητο σήμερα...

Συμπερασματικά, η τηλεπάθεια, όπως και άλλα ψυχικά φαινόμενα, είναι δύσκολο να εξεταστεί συστηματικά. Υπάρχουν πολλά πειράματα και πολλές ενδείξεις που καθιστούν την τηλεπάθεια ένα υπαρκτό φαινόμενο. Τον μεγαλύτερο ρόλο στην εκδήλωσή του παίζει η ψυχολογική κατάσταση του αποστολέα και του δέκτη, γεγονός που δυσκολεύει τη διεξαγωγή των πειραμάτων (παρ’ όλο που σε μερικά καταφέρνουν σε κάποιο ποσοστό να δημιουργήσουν αυτή την κατάσταση) και συνεπώς τη διατύπωση ασφαλών συμπερασμάτων. Πειράματα γίνονταν, γίνονται και θα συνεχίζουν να γίνονται γύρω από τα ESP φαινόμενα, όχι μόνο για την απόδειξη ύπαρξής τους, αλλά και για στρατιωτικούς σκοπούς. Δεν είναι λίγα άλλωστε τα παραδείγματα πρακτικής εφαρμογής της τηλεπάθειας για πολιτικούς/στρατιωτικούς σκοπούς (βλέπε Uri Geller και συνεργασία του με CIA), ενώ δεν είναι λίγοι και αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο επόμενος πόλεμος που θα λάβει χώρα θα είναι «ψιονικός». Είναι γνωστό μάλιστα ότι η CIA ασχολείται με αυτά τα φαινόμενα από το 1952 (πιθανόν και νωρίτερα) όπου εγκαινίασε ένα ερευνητικό πρόγραμμα για τη μελέτη της εξω-αισθητήριας αντίληψης (ESP), με στόχο τη χρησιμοποίησή της σε κατασκοπευτικές επιχειρήσεις.




Βιβλιογραφία & άλλες πηγές πληροφοριών:
- Παραψυχολογία και Ανεξήγητα Φαινόμενα, εκδόσεις Άγνωστο
- The Imprisoned Splendor (Raynor C. Johnson, 1953) – Telepathy and Clairvoyance
- Telepathy in wikipedia
- agnosto.gr (Ψυχοτρονική και ψιονικός πόλεμος, Γιώργος Στάμκος)
- themystica.com
- myhoroscope.gr
- supernatural.gr


Διάμεσος

Ouija Board, εκκρεμές, αυτόματη γραφή

Μαντεία - πρόβλεψη


~*~*~

PK (Psychokinesis)


2) PK (Psychokinesis) ή Ψυχοκίνηση
Ψυχοκίνηση είναι η «ενεργητική» πλευρά των ψυχικών φαινομένων. Θεωρητικά εδώ, θα μπορούσαμε να πούμε πως η ψυχική ενέργεια αποβάλλεται από τον καθένα, με κάποιο σκοπό. Η κυριότερη ψυχική ικανότητα σε αυτήν την κατηγορία είναι η τηλεκίνηση (ή τηλεκινησία) αλλά και φαινόμενα όπως η αορατότητα, η τηλεμεταφορά, τα poltergeists, η ψυχική άμυνα και θεραπεία κ.α.

Τηλεπάθεια (πομπός)

Ψυχοκίνηση

Poltergeists

Ψυχική άμυνα/θεραπεία

Τηλεμεταφορά

Τηλεκινησία

Μοιράσου αυτό το άρθρο!